A- A+
Στο 3,83% η απόδοση του νέου τρίμηνου εντόκου γραμματίου - Πότε θα είναι διαθέσιμο

Σε υψηλά επίπεδα, στο 3,83%, διατηρήθηκε η απόδοση του νέου 3μηνου εντόκου γραμματίου του ελληνικού δημοσίου, που δημοπρατήθηκε την Τετάρτη.

Πρόκειται για τίτλο που λήγει στις 7 Μαΐου 2024 και διατέθηκε σε θεσμικούς επενδυτές στο 99% της ονομαστικής του αξίας.

Σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη αντίστοιχη έκδοση στις αρχές Ιανουαρίου, η απόδοσή του μειώθηκε οριακά (1 μονάδα βάσης).

Πώς το αποκτάτε

Το νέο έντοκο γραμμάτιο θα είναι διαθέσιμα σε φυσικά πρόσωπα από την ερχόμενη Παρασκευή μέσω της δευτερογενούς αγοράς.

Όσοι επιθυμούν να επενδύσουν σε αυτό θα πρέπει να απευθυνθούν σε τράπεζα ή χρηματιστηριακή εταιρειία.

Η τιμή στην οποία θα το αποκτήσουν, από την οποία εξαρτάται και η απόδοση που θα πετύχουν, θα εξαρτηθεί από την προσφορά και τη ζήτηση.

Ωστόσο, εκτιμάται ότι θα μπορέσουν να πετύχουν μία καθαρή απόδοση της τάξης του 3,5% - 3,6% σε ετησιοποιημένη βάση.

Πρόκειται για ιδιαίτερα ικανοποιητικό κέρδος, σημαντικά υψηλότερο των λογαριασμών προθεσμίας οποιασδήποτε διάρκειας.

Υπενθυμίζεται ότι στα έντοκα γραμμάτια οι τόκοι δεν φορολογούνται, όπως στις τραπεζικές καταθέσεις, όπου ισχύει επιβάρυνση 15%.

Οι άλλες επιλογές

Πέραν όμως του νέου εντόκου γραμματίου, οι αποταμιευτές μπορούν να αποκτήσουν και οποιοδήποτε τίτλο εκδόθηκε τους προηγούμενους μήνες και δεν έχει ακόμη λήξει.

Δεδομένων των εκτιμήσεων για μείωση των επιτοκίων στη ζώνη του ευρώ κάποια στιγμή τους επόμενους μήνες, οι αποδόσεις στους τίτλους που λήγουν μετά το καλοκαίρι έχουν υποχωρήσει στη ζώνη του 3,4% - 3,5%.

Στον αντίποδα, τα έντοκα γραμμάτια μικρότερης διάρκειας προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις, οι οποίες με βάση το κλείσιμο της 31ης Ιανουαρίου, ξεπερνούν ακόμη και το 4%.

Με τον τρόπο αυτό οι επενδυτές μπορούν να πετύχουν ετησιοποιημένο όφελος έως και 3,8%, δεδομένων των προμηθειών που θα πληρώσουν για την εκτέλεση της συναλλαγής και του κέρδους του πωλητή των τίτλων.

Οι τρέχουσες αποδόσεις

Αναλυτικότερα, οι αποδόσεις των εντόκων γραμματίων στη δευτερογενή αγορά ανήλθαν στις 31/1 στα ακόλουθα επίπεδα: